Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ο 10χρονος Μ. ήταν ένας μαχητής. 5 χρόνια πάλεψε με τη λευχαιμία. 1 φορά τη κέρδισε. Αυτή είναι η ιστορία του...


Η ζωή είναι εύθραυστη.   Σαν ένα φύλλο που στροβιλίζεται αέναα στο φύσημα του ανέμου.
Ο κόσμος του Κακού συνέχεια τη σαρώνει. 
Με ανεπαίσθητες μετατοπίσεις του ξεφεύγει και κρύβεται μέσα στα σύννεφα. 

Στα σύννεφα παιδιά φοβισμένα και μόνα, παιδιά που πενθούν αλλά και παιδιά που αφουγκράζονται έκθαμβα τον μηχανισμό του Καλού, δηλαδή τον μηχανισμό του θαύματος της ζωής ξαπλωμένα στο δάπεδο του ουρανού (ενός ουρανού που γίνεται πελώριος για να χωρέσει κάτι από αυτό το θαύμα) σιγοψιθυρίζουν ένα αρχαίο τραγούδι. 

 Το Τραγούδι Του Κήπου. Στον κήπο της ζωής, εκεί όπου τα λουλούδια των ανθρώπων σαρώνονται από την παντοδυναμία του θανάτου που νεκρώνει κάθε στιγμή τον κόσμο για να τον ξαναγεννήσει με άλλη μορφή σε μιαν άλλη γωνιά.   Ακούστε το Τραγούδι Του Κήπου ενός δεκάχρονου παιδιού με λευχαιμία, του Μ. όπως το μεταφέρει μέσα από τη αφηγησή του ο γιατρός Γιάννης Κυριακίδης ο οποίος διηγήθηκε στο τούητερ προχθές μερικές
από τις φωτεινές στιγμές αυτού του θαρραλέου παιδιού και μην σας φοβίσει η ρεαλιστική πραγματικότητα της ασθένειας. 
  Η ζωή είναι εύθραυστη, ναι, αλλά στον κήπο της όλες οι λύπες της σαρώνονται από την παντοδυναμία του βλέμματος ενός παιδιού που ξαναγεννάει κάθε στιγμή τον κόσμο.   Κι ας το μεταμορφώνει ο θάνατος το βλέμμα αυτό καμιά φορά σε σύννεφο.             Ο Μ. -λοιπόν- ήταν από εκείνα τα παιδιά που ήθελε να τ'αγαπάς. 
Όχι όπως όλα τα παιδιά. Ένα κλικ παραπάνω. Αγαπησιάρης. Πανέξυπνος. Καλόψυχος. Ο Μ. ήταν το 8ο παιδί που έχω χάσει στο Τμήμα. Ήταν ο τύπος του μαχητή, του ονειροπόλου, του παιδιού που ήταν ώριμος από πολύ νωρίς. Το έχω ξαναπάθει να δένομαι με αυτά τα παιδιά. Το παθαίνω με κάθε ένα από αυτά, για την ακρίβεια. Δεν είναι ο καρκίνος. Δεν είμαι εγώ που είμαι φλωρεάλ και ευαισθητούλης. 
Σας γράφω για το Μ. γιατί θέλω να μάθετε από αυτόν το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής που κουβαλάμε.   Ακόμα θυμάμαι τη μητέρα του Μ. μ΄ένα χαρτί στο χέρι. Όρθια. Προσπαθώντας να κοντρολάρει την αναπνοή της. Δεν της είχαν πει, αλλά ήξερε. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα & με 1 νόημα πήρα το χαρτί στα χέρια μου. Η γενική αίματος έκανε μπαμ για λευχαιμία. Της είπα να περάσει μέσα. 
Ο Μ. βρισκόταν μερικά μέτρα πιο πέρα ξεφύσησε και κάθισε -σχεδόν έπεσε σαν τσουβάλι- σε μια καρέκλα της αίθουσας αναμονής του Τμήματος. Μόλις 9 & ήξερε τη γλώσσα του σώματος. Της είπε "θα περιμένω εδώ, μαμά". Περνώντας από δίπλα του προς τα μέσα, τα μάτια του μου μίλησαν. Μου μίλησαν για κουράγιο. Για πόνο. Για αδικία. Για υπομονή. Για πίστη. Βγαίνοντας, σκούπισε τα δάκρυα της μητέρας του. Δεν είπε λέξη. 
  Ο Μ. ήταν ένας μαχητής. 5 χρόνια πάλεψε με το θηρίο. 1 φορά το κέρδισε. Για την ακρίβεια, το κέρδισε πολλές φορές. Κι ας έφυγε. Νίκησε. Ο Μ. ήξερε πώς νοιώθεις, πριν μιλήσεις. Στα 10 του πια ήξερε όλους τους συσχετισμούς, την κακιά σου μέρα, τις πιθανότητες να επιβιώσει. Θα παρακάμψω τον τελευταίο χρόνο και θα σταθώ στη θεαματική "έξοδο" του Μ. Είχε πλήρη αντίληψη του τι συμβαίνει στα διπλανά δωμάτια. 
 Ήξερε πολύ καλά τι είναι θάνατος. Τη νύχτα που έφυγε ο Π. ο Μ. κουκουλώθηκε με το σεντόνι του & κοιμήθηκε από εκεί κάτω. Δεν είπε κάτι. Την άλλη μέρα του είπαμε (από μόνοι μας) ότι ο Π. έφυγε για άλλο νοσοκομείο, γιατί δεν ήταν καλά. Έστρεψε το βλέμμα προς το παράθυρο. Δεν το σχολίασε. Μία εβδομάδα μετά μου είπε να κλείσω την πόρτα. 
Με ρώτησε αν τον θεωρώ τόσο χαζό, για να τον κοροϊδεύουμε για τον Π. Ακολούθησε η υποτροπή. Τα παίξαμε όλα για όλα. Οι πιθανότητές μας άγγιζαν το μηδέν. Ο μικρός το ήξερε. Από μελαγχολικός & αγαπησιάρης μετατράπηκε στην ψυχή του Τμήματος. Ευδιάθετος, ευπροσύγορος, δημιουργικός. Απορούσα. Ήταν τόσο άσχημη η κατάστασή του. 
Πώς μπορούσε;   Είχε 32 μέρες να μιλήσει. 
Το στόμα του ήταν χάλια από τις χημειοθεραπείες.
 Πονούσε αφόρρητα. Η εικόνα στο στόμα του ήταν τραγική. 
1 βράδυ είπε στη νοσηλεύτρια να με καλέσει. Μου έδειξε με 
νοήματα ότι ήθελε να κοιμηθώ δίπλα του. Το έκανα. Το ίδιο & την επόμενη μέρα. Τη μέρα δλδ που έπαθε πνευμονικό οίδημα και σώθηκε. Σαν να το ήξερε, ενώ τίποτα δεν έδειχνε μια τέτοια εξέλιξη. 
Διαίσθηση; Κάτι άλλο;   1 εβδομάδα μετά με ξανακαλεί & αρχίζει να μιλάει με νοήματα. Το στόμα ήταν πάλι άσχημα, αλλά τον πίεσα να μιλήσει. Μου είπε να κλείσω την πόρτα. Του ζήτησα να πει μία λέξη μόνο. Μου είπε "φοβάμαι". Μετά από 32 μέρες αφωνίας. Έκανα ότι δε συμβαίνει τίποτα. Τις επόμενες μέρες κατέβαλε υπερπροσπάθεια. 
Ήταν επιμελής με τη θεραπεία του. Έκανε τα πάντα, για να φύγει σπίτι για λίγο. Έστω και χωρίς ίαση.
 Καμία αναφορά στο περιστατικό φυσικά. Περνούσαν οι μέρες κι αρχίσαμε και πάλι να αισιοδοξούμε. Εγώ είχα απανωτές εφημερίες λόγω αδειών. Ένα απόγευμα με φώναξε να ανέβω για λίγο από τα Επείγοντα στο Τμήμα. Μας μάζεψε όλο το προσωπικό και τους γονείς και μας κέρασε παγωτά και αναψυκτικά. Χαμογελούσε. 
Έπαιζε. Μας πείραζε. Προσπαθούσε να πείσει την Ε. να με παντρευτεί επιτέλους & μετά μας είπε "αρκετά σας απασχόλησα, γυρίστε στις δουλειές σας".   Όλα ήταν τόσο νορμάλ. Ζήτησε από τη μάνα του να κλείσει το φως & να ξαπλώσει δίπλα του. Ποιος;
 Ο Μ. που δεν υπήρξε μαμάκιας ποτέ. Ξάπλωσαν. ΄Εκλεισε τα μάτια του δίπλα στη μάνα του. Και έφυγε σε 5 λεπτά. 
Ήρεμα. Έχοντας βουρτσίσει δόντια, έχοντας γράψει στο σημειωματάριό του, έχοντας χορτάσει τη μέρα. 
Αυτό είναι το μεγαλείο ενός 10χρονου. 
Αυτό που σε καταργεί ως γιατρό & σου υπενθυμίζει πόσο αναλώσιμοι είμαστε, για να προσπαθούμε να κάνουμε πράγματα που δε μπορούμε. "Δεν είσαι και θεός" μου έλεγε. Δίκιο έχει.
 Παλαιότερα μου είχε πει: "Θεός μου είναι ο φόβος. 
Θεός μου είναι κι η ελπίδα. Θεός μου είναι όσα δεν ξέρω". Αυτός ήταν ο Μ.  
       
Να πιστεύετε στη δύναμη του ανθρώπου. Μην το χάσετε αυτό :) 

Πηγή: www.lifo.gr
Δημοσίευση σχολίου